Iστορικά στοιχεία

Ο αλευρόμυλος Μήλλας & Υιός

Ο μύλος κατασκευάσθηκε το 1879 μεταξύ των οδών Unirii- Galati- Carol στην Braila Ρουμανίας.

Το 1904 το κτήριο πωλείται σε μια εταιρία με την επωνυμία Land Credit Bucharest.

Το 1920 το κτήριο καίγεται και σήμερα στις ίδιες συμβολές των οδών Unirii- Galati απεικονίζεται το τωρινό κτήριο.

το τωρινό κτήριο.

Φωτογραφία του 1906-1909

1. Πρώην Τράπεζα Elina, Πρώην Τράπεζα Romaneasca, σήμερα Τράπεζα Bancpost.
2. Οδός Calarasi με άμαξα εποχής. Αργότερα θα κατασκευασθούν γραμμές του τραμ.
3. Ξενοδοχείο Hotel Hugo που το 1899 μετασκευάσθηκε στο σημερινό Hotel Splendid.
4. Πλατεία Sf. Archangheli, σημερινή ονομασία Πλατεία Train.
5. Η παλιά ξύλινη εκκλησία του Sfinitii Archangeli Mihail και Gavril.
6. Οδός Galati.
7. Ξενοδοχείο Hotel Francez σήμερα Μουσείο Βραϊλας.
8. Οικία Zamfirescu.
9. Αλευρόμυλος Μήλλας και Υιός.
10. Εκκλησία Rusilor-Lipoveni, σήμερα Catredala Mitropoliei Ortodoxe με Rit Vechi.
11. Εκκλησία Catolica.
12. Εκκλησία Reformata Calvina.
13. Πρώην Τράπεζα Italiana (πρώην καφετέρια Select).
14. Πρώην οδός πρόσβασης με φώτα δρόμου.
15. Comenduirea Garnizoanei.
16. Οικία Ralli.

Χάρτες

Δείτε χάρτες της περιοχής εδώ κι εδώ.

Βραΐλα Ρουμανίας

Η Βραΐλα, ένα παραδουνάβιο λιμάνι στη βορειοανατολική Βλαχία, ιδρύθηκε μάλλον στα τέλη του 14ου αιώνα, πολύ κοντά στο άλλο σημαντικό λιμάνι της περιοχής, το Γαλάτσι. Η προνομιακή θέση κατέστησε την πόλη ένα εξαιρετικά αξιόλογο ναυτιλιακό και εμπορικό κέντρο. Το 1540 κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς, που την οχύρωσαν και εγκατέστησαν ισχυρή φρουρά.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, στην πόλη κατοικούσαν Τούρκοι, Ρουμάνοι, και πολλοί Έλληνες, κυρίως έμποροι, Αρμένιοι και Εβραίοι. Από τις αρχές του 1830 εγκαθίστανται στην πόλη αρκετοί ακόμα Έλληνες, που ήταν, βασικά, έμποροι και τεχνίτες, οι οποίοι γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της πόλης.

Ο αριθμός των Ελλήνων, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, έφτανε τις 5.000, περίπου το 10% των κατοίκων της πόλης, που ήδη είχε καταστεί το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας και αξιόλογο βιομηχανικό κέντρο.

Κυρίαρχη ήταν η παρουσία των Ελλήνων στην αλευροβιομηχανία. Αρκεί να αναφέρουμε ότι, από τους πέντε σύγχρονους μύλους της πόλης, το 1896, οι τέσσερις ανήκαν σε Έλληνες (Αδελφών Γαλιατσάτου, Ιωάννη Μήλλα και Υιού, Χριστοφοράτου). Οι ελληνικοί αλευρόμυλοι ήταν από τους πλέον εκσυγχρονισμένους της Ρουμανίας και σε αντίθεση με τις αλευροβιομηχανίες του Βουκουρεστίου, προσανατολίζονταν στις εξαγωγές. Μέχρι τις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν ιδρυθεί και άλλες μονάδες, όπως η αλευροβιομηχανία του Παναγή Βιολάτου και εκείνη των Λυκιαρδόπουλου-Βαλεριανού, που ήταν και η μεγαλύτερη σε όλη τη Ρουμανία.

Ναυτιλία

Καθ’ όλη την οθωμανική περίοδο η Βραΐλα ήταν μία αξιοσημείωτη εμπορική “σκάλα”, κυρίως ως λιμάνι εξόδου των δημητριακών και άλλων αγροτικών προϊόντων. Το 1837, ο αριθμός των πλοίων που είχαν καταπλεύσει στο λιμάνι έφτασε τα 448. Τα πλοία με ελληνική σημαία, κατείχαν την ισχυρότερη θέση στο εμπόριο. Μεταξύ των σημαντικών Ελλήνων εμπόρων ήταν οι Α. Πετάλας, Θ. Φάραγγας και I. Λυκιαρδόπουλος.

Η μεγάλη ανάπτυξη που γνώρισε το εξαγωγικό εμπόριο σιτηρών, από τα μέσα του 19ου αιώνα, καθώς και τα κεφάλαια που συγκέντρωσαν οι Έλληνες έμποροι και πλοιοκτήτες, συνετέλεσαν ώστε η Βραΐλα, όπως και η ευρύτερη περιοχή του Δούναβη μαζί με τις ελληνικές παροικίες της Αζοφικής, να καταστεί ο χώρος όπου επιτεύχθηκε η μετάβαση από την ιστιοφόρο ναυτιλία στην ατμοκίνητη. Κεφαλλονίτες και Ιθακήσιοι πλοιοκτήτες, όπως οι αδελφοί Σταθάτου, ο Ιωάννης Θεοφιλάτος, ο Ε. Βλασσόπουλος, καθώς και οι Ανδριώτες Εμπειρίκοι, εκμεταλλευόμενοι τους δεσμούς τους με μεγαλέμπορους, συνήθως Χιώτες, της προηγούμενης γενιάς (Σεκιάρης, Ροδοκανάκης), συγκρότησαν το “Ιόνιο Δίκτυο” και κατόρθωσαν, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, να αποκτήσουν πολλά ατμόπλοια και κυρίαρχη θέση στο τομέα αυτό.

Ο κατ’ εξοχήν χώρος, όπου δραστηριοποιήθηκαν οι Έλληνες της Βραΐλας, ήταν, ωστόσο, τα ποταμόπλοια. Μερικοί από τους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες ποταμόπλοιων (σλεπιών) ήταν οι Έλληνες Μανουήλ Ζ. Χρυσοβελώνης, Αδελφοί Σταθάτου, Όθων Σταθάτος και πολλοί άλλοι.

Μαζική φυγή των Ελλήνων το 1950-1951

Την περίοδο 1950-1951, επέρχεται ο μαρασμός της ελληνικής παροικίας, όταν περίπου το 50% των Ελλήνων της Βραΐλας προτιμούν να εγκαταλείψουν την πόλη, λόγω της αλλαγής του καθεστώτος. Άλλοι έφυγαν στην Ελλάδα, άλλοι στην Αυστραλία ή στην Αμερική, αφήνοντας πίσω τους, αναγκαστικά, όλο το βίος τους. Μία από τις συνέπειες ήταν το οριστικό κλείσιμο των ελληνικών σχολείων.


Ο αλευρόμυλος Παναγής Βιολάτος

Ο αλευρόμυλος Παναγής Βιολάτος κατασκευάσθηκε το 1898.

Ο μεγαλύτερος αλευρόμυλος στην Ανατολική Ευρώπη με ατμό.

Ο Μήλλας και ο Βιολάτος ήταν συνέταιροι από το 1889 και προμήθευαν άλευρα στην Αγγλία.

Το 1891 αγοράζει τους μύλους Borghetti και στην συνέχεια τους μύλους Lambridini παράγοντας έτσι τέσσερις ποιότητες αλεύρων.

Το 1892 ο Βιολάτος μόνος του πλέον δημιουργεί το πιο φιλόδοξο σχέδιο της Ρουμανικής βιομηχανίας.

Ξεκινά όμως επιχειρηματικό μίσος από πλευράς της οικογένειας Μήλλα, όταν ο Βιολάτος άρχισε να προσελκύει εργαζόμενους της εταιρίας Μήλλας προσφέροντας των υψηλότερες αμοιβές ακόμα και στον ανιψιό του Μήλλα,  Γιάννη Βαλεριάνο.

Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, ο μύλος των αδελφών Βιολάτου είναι πιστοποιημένος από το 1897.

Κτισμένος στην ακτή του Δούναβη, κοντά στο λιμάνι, ανταγωνιζόταν σε εξοπλισμό και παραγωγικότητα, στα χρόνια εκείνα, με τα μεγάλα εργοστάσια του εξωτερικού. Οι μηχανές ήταν από Braunschweig, Γερμανίας. Είχε 70 εργάτες και μια ικανότητα παραγωγής 400-500 τόνους ανά 24-ωρο. Το 1924 κατασκευάσθηκε σιδηρόδρομο από το λιμάνι μέχρι το μύλο που έκανε σύνδεση με τον εθνικό δίκτυο σιδηρόδρομων. Η παραγωγή του έφτασε στην εσωτερική αγορά αλλά και στο εξωτερικό σε χώρες όπως Αίγυπτο, Ελλάδα και Τουρκία.

Στην δεκαετία του 40’ έχει δηλώσει την πτώχευση.

Βαλεριάνος-Λυκιαρδόπουλος

Ο αλευρόμυλος κτίσθηκε το 1911-1912.

Βαλεριάνος-Λυκιαρδόπουλος

Ονομάστικε “το αυτόματο εργοστάσιο αλευριού” με μια παραγωγικότητα 24 βαγόνια σιταριού το 24ωρο, κατάφερε να πάρει την πρώτη θέση του μύλου Βιολάτου.
Αρχικά ήταν στη ιδιοκτησία των αδελφών Λυκιαρδόπουλοι αλλά μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ο μεγαλύτερος αδελφός Σπύρος γίνεται ο μοναδικός μέτοχος.
Μετά τον γάμο του Βαλεριάνου με μια αδελφή του Σπύρου ο Βαλεριάνος έγινε μέτοχος και ο μύλος ονομάζεται Βαλεριάνου- Λυκιαρδοπούλου.

Μετά το 1948 ο μύλος εθνικοποιείται και συνέχισε να λειτουργεί με την επωνυμία Νικολάε Μπαλτσέσκου. Ο μύλος λειτούργησε μέχρι την δεκαετία του’90.
Σήμερα βρίσκεται υπό συντήρηση.

Ελληνική εκκλησία Ευαγγελισμού

Μνημείο αρχιτεκτονικής.

Ελληνική εκκλησία Ευαγγελισμού

Ιδιοκτησία της ελληνικής κοινότητας χτίστηκε μεταξύ 1863-1872 από τα σχέδια του αρχιτέκτονα Αβραάμ Ιωαννίδη καταγόμενο από την Προύσα της Μικράς Ασίας. Ο ίδιος ήταν και ο επόπτης της κατασκευής με μάστορες από Ιταλία.

Ο Ναός έχει μορφή σταυρού, με δυο τρούλους και κυρίαρχο ύφος το βυζαντινό με ελληνικά, γοτθικά και αναγέννησης στοιχεία.

Οι τοιχογραφίες φιλοτεχνήθηκαν από Gh. Tattarescu στον κεντρικό τρούλο το 1872 και συνεχίσθηκαν από τον Κεφαλλονίτη Κωνσταντίνο Λιβαδάς-Λιώκης το 1901. Αποπερατώθηκαν από τον Βελισσάριο μεταξύ 1945-1946.

Οικογένεια Βαλλιάνου

Η οικογένεια Βαλλιάνου, από τις Κεραμιές (παλαιότερη ορθογραφία Κεραμειές) της Λειβαθούς της Κεφαλλονιάς, διακρίθηκε για τη ναυτιλιακή και εμπορική της δράση κατά τη διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα. Συνεχίζοντας τη ναυτιλιακή παράδοση της Κεφαλλονιάς, που ανέπτυξε σημαντικό στόλο στη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι ναυτιλιακές δραστηριότητες της οικογένειας Βαλλιάνου εντοπίζονται στα αρχεία των δυτικοευρωπαϊκών λιμανιών, όπου καταγράφονται πολλοί πλοίαρχοι με το όνομα Βαλλιάνος (Ανδρέας, Αλέξανδρος, Γεράσιμος, Ρόκος, Θεόδωρος, Αντώνης), χωρίς όμως να γνωρίζουμε τη συγγένειά τους με τους δημιουργούς του οίκου. Η μεγάλη ακμή της οικογένειας εντοπίζεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με τη δημιουργία του οίκου των αδελφών Βαλλιάνου κατ’ αρχάς στη Μαύρη θάλασσα, με έδρα το Ταϊγάνιο (Ταϊγκανρόκ) της Αζοφικής, και εν συνεχεία με γραφεία στο Λονδίνο και τη Μασσαλία.

Ο πατέρας των ιδρυτών του οίκου ήταν ο Αθανάσιος Βαλλιάνος, ο οποίος πρέπει να γεννήθηκε περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1770. Ο Αθανάσιος μαζί με τη γυναίκα του Φρόνια απέκτησαν οκτώ παιδιά: τη Σαντίνα, το Σπύρο, το Νικόλαο, το Μεταξά, το Μαρίνο (1808-1896), τον Παναγή (1814-1902), τον Ανδρέα (1827-1889) και τη Μαρία. Ο Μαρίνος, ο Παναγής και ο Ανδρέας αποτέλεσαν τη σημαντική αδελφική τριάδα που δημιούργησε τον οίκο των αδελφών Βαλλιάνου.

Δύο χρόνια μετά τη λήξη του Κριμαϊκού, το 1858, ο Παναγής Βαλλιάνος εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, το μεγαλύτερο οικονομικό κέντρο την εποχή αυτή. Το άνοιγμα ήταν καθοριστικό και σηματοδότησε τη διεθνοποίηση του οίκου. Ο Παναγής Βαλλιάνος δημιούργησε την εταιρεία με την επωνυμία Vagliano Bros και εγκατέστησε τα γραφεία στο νούμερο 19 της Broad Street στο Σίτι του Λονδίνου, όπου παρέμεινε τα επόμενα 44 χρόνια, μέχρι το θάνατό του το 1902. Στο Λονδίνο δεν αντιπροσώπευε μόνο τα δικά του συμφέροντα, αλλά και εκείνα των Θεοφιλάτου και Μήλλα, εμπόρων δημητριακών στο Δούναβη. Απέκτησε πρόσβαση στο Βαλτικό Κέντρο, την κύρια διεθνή αγορά δημητριακών, και, με την καλή φήμη της επιχείρησης από την προηγούμενη 15ετία, άνοιξε λογαριασμό στην Τράπεζα της Αγγλίας. Άλλωστε στις αρχές της δεκαετίας του 1860 ο Παναγής Βαλλιάνος ήταν ακόμα υπήκοος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Οικογένεια Λυκιαρδοπούλου

Η καταγωγή της οικογένειας από τα Κοριάννα της Λειβαθούς, στο Αργοστόλι της Κεφαλλονιάς, δεν είναι τυχαίο γεγονός. Εξάλλου από την περιοχή της Λειβαθούς προέρχονται οι περισσότεροι ναυτικοί με καταγωγή από την Κεφαλλονιά, ενώ το νησί αποτελεί το σημαντικότερο πυρήνα ανάπτυξης της ιονίου και της εν γένει ελληνόκτητης ναυτιλίας. Από την περιοχή της Λειβαθούς στη νότια Κεφαλλονιά προέρχονται οι περισσότεροι και σημαντικότεροι πλοιοκτήτες / εφοπλιστές, όπως οι οικογένειες Φωκά, Βαλσαμάκη, Καλλιγά, Ιγγλέση, Κούππα, Σβορώνου, Βεργωτή, Βαλλιάνου, από τους οποίους πολλοί, όπως η οικογένεια Λυκιαρδοπούλου, διατηρούνται στο προσκήνιο μέχρι σήμερα.

Νέα εποχή: Η μετάβαση στον εφοπλισμό

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ειδικότερα μετά το 1895, πολλοί από τους Έλληνες τους εγκατεστημένους στο Δούναβη και τη Μαύρη θάλασσα άρχισαν να μεταφέρουν τις επιχειρήσεις τους στα διεθνή κέντρα της ναυτιλίας, όπως το Λονδίνο και ο Πειραιάς. Πλέον λειτουργούσαν με τα εφοπλιστικά πρότυπα και όχι μόνο ως μεγαλέμποροι προσανατολισμένοι στην εμπορία ενός συγκεκριμένου φορτίου, όπως τα σιτηρά. Σε αυτό το ρεύμα συγκαταλέγονται φυσικά και οι Λυκιαρδόπουλοι, που εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά και το 1897 έκαναν την είσοδό τους στον εφοπλισμό με το πρώτο τους ατμόπλοιο. Στην προσπάθειά τους να μεταβούν στον ατμό και στον εφοπλισμό χρηματοδοτήθηκαν από μέλη του Ιονίου δικτύου και, πιο συγκεκριμένα, από την ισχυρή οικογένεια Βαλλιάνου, με την οποία συγγένευαν. Συγκεκριμένα, ο Νικόλαος Διον. Λυκιαρδόπουλος (1866-1963), ο οποίος ξεχώρισε από τους υπόλοιπους της οικογένειας και δημιούργησε λαμπρή πορεία στον εφοπλισμό, χρηματοδοτήθηκε από τον Αθανάσιο Βαλλιάνο, θείο της συζύγου του, μέσω του οποίου κατάφερε να συγκροτήσει σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα αξιόλογο στόλο 6 ατμοπλοίων συνολικής χωρητικότητας 14.440 κκχ. Ο Νικόλαος Λυκιαρδόπουλος άνοιξε ναυτιλιακό παράρτημα στο Λονδίνο από το 1901, ενώ η εξέλιξη του εφοπλιστικού ομίλου ήταν εντυπωσιακή στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Το 1938 ο όμιλος του Νικόλαου Λυκιαρδόπουλου κατέχει 36.285 κκχ και συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων ελληνικών εφοπλιστικών ομίλων, όπως οι οικογένειες Κουλουκουντή της Κάσου, Γουλανδρή της Άνδρου, Λιβανού της Χίου, Νομικού της Σαντορίνης κ.ά. Το 1917 ο Νικόλαος Λυκιαρδόπουλος συμμετείχε ενεργά στην ίδρυση της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, την οποία εκπροσώπησε ως πρόεδρος αδιάκοπα από το 1950 έως το 1960.

Η οικογένεια Λυκιαρδοπούλου στη Ρουμανία

Ωστόσο, πέρα από την παρουσία της οικογένειας Λυκιαρδοπούλου στη νότια Ρωσία και την Ελλάδα, αξιοσημείωτη ήταν και η παρουσία τους στο Δούναβη, τον κατεξοχήν χώρο δραστηριοποίησης των Ιόνιων εμπόρων και πλοιοκτητών κατά το 19ο αιώνα.

Ήδη το 1837 συναντούμε στο λιμάνι της Βραΐλας έναν Ion Licherdopulu (προφανώς Ιωάννη Λυκιαρδόπουλο), Έλληνα στην εθνικότητα, Βρετανό υπήκοο, γεννημένο στην Κεφαλλονιά. Ο Λυκιαρδόπουλος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εμπόρους της πόλης.

Περισσότερα είναι τα στοιχεία που διαθέτουμε για τον κλάδο της οικογένειας που εγκαταστάθηκε στην Τούλτσα, ένα άλλο παραδουνάβιο λιμάνι στην οθωμανική επαρχία της Δοβρουτσάς. Ο γενάρχης της οικογένειας Παναγιώτης Λυκιαρδόπουλος, από την Κεφαλλονιά, εγκαταστάθηκε εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 1830, οπότε και είχε αρχίσει η ανάπτυξη του λιμανιού, μαζί με τους τρεις γιους του. Γρήγορα κατέστη ένας από τους σημαντικότερους εμπόρους, κυρίως σιτηρών, της πόλης. Με το εμπόριο και την εκμετάλλευση ακινήτων ασχολήθηκαν τα μέλη της οικογένειας μέχρι και τα μεσοπολεμικά χρόνια.

Αξίζει να αναφερθεί ότι οι απόγονοι του Παναγιώτη Λυκιαρδόπουλου συγγένεψαν με μέλη άλλων σημαντικών κεφαλλονίτικων οικογενειών της Τούλτσας και της Βραΐλας. Έτσι, η εγγονή του Αικατερίνη παντρεύτηκε το Μιχαήλ Παππαδάτο, γόνο μιας από τις πλέον εύπορες οικογένειες της πόλης, ενώ μία άλλη εγγονή του, η Πηγή, παντρεύτηκε το Δημήτριο Μήλλα, έναν από τους σημαντικότερους αλευροβιομηχάνους της Ρουμανίας, εγκατεστημένο στη Βραΐλα. Ίσως ο τελευταίος γάμος βοήθησε τη μετεγκατάσταση μελών της οικογένειας στη Βραΐλα και την ίδρυση, το 1912, της αλευροβιομηχανίας των «Λυκιαρδόπουλου και Βαλεριανού», που ήταν και η μεγαλύτερη σε όλη τη Ρουμανία.

Ο Ηλίας Λυκιαρδόπουλος, που μετανάστευσε στην Τούλτσα της Ρουμανίας, στην περιοχή του Δούναβη, όπου ανέπτυξε επιτυχημένες εμπορικές και ναυτιλιακές δραστηριότητες. Τις δραστηριότητές του συνέχισαν οι γιοι του, Σπυρίδων (1872-1946), Θεόδωρος και Βασίλειος (1884-1945), που σπούδασαν στην Ελβετία. Οι αδελφοί Λυκιαρδόπουλοι επένδυσαν σε μεγάλο αλευρόμυλο στην Βραΐλα, στον οποίο συμμετείχαν και οι μεγαλοεπιχειρηματίες αδελφοί Βαλεριάνου. Επένδυσαν, επίσης, σε μεγάλο αριθμό φορτηγίδων (σλεπιών), και το 1908 αγόρασαν το πρώτο τους ατμόπλοιο, το «Αδελφότης», το οποίο πούλησαν στις υψηλές τιμές του 1915.

Ο Νικόλαος Λυκιαρδόπουλος ξεκίνησε ως ναυτόπαις σε ιστιοφόρα, σε ηλικία δεκατριών ετών, και υπηρέτησε στη συνέχεια σε πλοία του Βαλλιάνου, αρχικώς κάτω από τις διαταγές του θείου του πλοιάρχου Φώτη Λυκιαρδόπουλου. Το 1891 νυμφεύτηκε την Αικατερίνη Π. Ρωσόλυμου, από μεγάλη εμπορική και ναυτική οικογένεια της Κεφαλονιάς. Το 1897, με την δανειοδότηση των Βαλλιάνων, αγόρασε το πρώτο του ατμόπλοιο, το «Ελένη Μήλα», το οποίο μπόρεσε να εκμεταλλευτεί με τους υψηλούς ναύλους του 1900. Μέχρι το 1914 και με την χρηματοδότηση του Αθανασίου Βαλλιάνου, θείου της γυναίκας του, είχε αποκτήσει τον εντυπωσιακό για την εποχή στόλο των έξι ατμοπλοίων, εκ των οποίων τα τρία ήταν νεότευκτα, γεγονός που τον κατέταξε ανάμεσα στους δέκα κορυφαίους έλληνες εφοπλιστές των παραμονών του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου.


ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ Δ. ΜΗΛΛΑ
Θηράμονα Κεφαλλονιάς
Τ.Θ. 167 Αργοστόλι, T.K. 28100
Τηλ./Φαξ : 26710-81752
Ηλεκτρ. Επικοινωνία: millas@aionion.gr